Ήρθε εκείνη η εποχή του χρόνου που εισπράττω την αποδοκιμασία (ενίοτε και τη χλεύη) φίλων και γνωστών γιατί ασχολούμαι με το φεστιβάλ. Λοιπόν για να τελείωνουμε (γιατί έχει και δεύτερο ημιτελικό την Πέμπτη και τελικό το Σάββατο) η Γιουροβίζιον ΔΕΝ είναι ούτε διαγωνισμός κλασικού τραγουδιού/ μουσικής ούτε φιλοδοξεί να αναδείξει το νέο υπερσυγκρότημα της ροκ σκηνής, ούτε τον νέο υπερτραγουδιστή της ποπ. Γι αυτό άλλωστε υπάρχουν πλέον τα εκάστοτε star academy, fame story κλπ κλπ. Ο διαγωνισμός είναι ακριβώς αυτό που λέει το όνομα του: διαγωνισμός τραγουδιού. Ο,τι κάτσει! Ελαφρό, λαϊκό, ποπ, ροκ, μπαλάντα, ηλεκτρονικό κλπ. Βέβαια θα μου πεις, επειδή είσαι πνεύμα αντιλογίας, ότι η ποπ μουσική υπερισχύει. Ναι, μαζί σου. Εμένα μου αρέσει, πολύ. Σου αρέσει κι εσένα η ποπ μουσική; Έξοχα. Δε σου αρέσει. Μην το δεις! Είναι πολύ λάιτ για τα γούστα σου; Μην ασχοληθείς! Δεν πειράζει.
Τα τελευταία χρόνια άλλαξε λέει η Γιουροβίζιον; Εμ, 53 χρονών γίνεται φέτος, τι περίμενες; Εκεί που είχε 23 συμμετοχές το 1993 φέτος έχει 43. Αλλάζουν τα σύνορα, αλλάζουν οι εποχές, αλλάζουν και τα φεστιβάλ. Ναι, έχει γίνει πλέον κυρίως θέαμα με χορούς και πανηγύρια και φωτιές και πυροτεχνήματα επί σκηνής και τα τοιαύτα. Μαζί σου! Ναι, ο καθένας αν το επιθυμεί τραγουδάει στα Αγγλικά ή σε όποια γλώσσα θέλει. Και πάλι μαζί σου! Είναι όμως κάτι που μ'αρέσει να βλέπω ν' ακούω και να παρακολουθώ, αν γίνεται με παρέα, σαν ένα παρτάκι, και να κατεβάζω ορισμένες από τις συμμετοχές, και να τις ακούω για μήνες. Και να βαθμολογώ χώρες και παρουσίες και να διαλέγω με τον κολλητό μου το καλύτερο ξέκωλο της χρονιάς.
Διότι την παρακολουθώ από το 1987 και δεν την έχω χάσει ούτε μια χρονιά, όταν η μοναδικός τρόπος να έχω τα τραγούδια ήταν να γράψω τη βραδιά σε βίντεο. Ακόμα κι αν έπρεπε να προγραμματίσω το βίντεο να γράψει την ώρα που έπρεπε να είμαι στην ανάσταση (θαρρώ το 1994) και να το δω όλο μέχρι τις 4.00 μετά την εκκλησία.
Διότι γουστάρω τρελά ν'ακούω διαφορετικές λαλιές κι ενίοτε διαφορετικά μουσικά είδη.
Διοτι έχει πλάκα η ψηφοφορία και ο σχετικός χαβαλές και η γκρίνια για τα μπλοκ χωρών που καθορίζουν ανάλογα την ψήφο τους.
Τι είπες, είναι ένα πανηγυράκι για γκέι και φλώρους; Σώπα καημένε, πολύ σοβαρά τα παίρνεις τα πράγματα. Χαλάρωσε κι απόλαυσέ το. Κι αν δεν σ'αρέσει απλώς μην το δεις.
Έχει και γυναικάρες φέτος, όπως κάθε χρονιά, το μουτσάκος.μπλογκσποτ.κομ όμως δεν έχει μάτια παρά για την Σιρούζο, την εκπρόσωπο της Αρμενίας, και της εύχεται καλή επιτυχία.
Άντε και καλή διασκέδαση το βράδυ του Σαββάτου, ο υπογράφων έχει κοινωνικές υποχρεώσεις και θα αρκεστεί σε αναμετάδοση μεσω σμσ.
Tuesday, 20 May 2008
Ο Γιάννης ψήνει;
Η ιστορία που ακολουθεί είναι πραγματική, τα ονόματα δεν έχουν αλλαχθεί κι έχει προεσφέρει αφορμή για ατελείωτο γέλιο κατά καιρούς, όποτε αναπαράγεται σε παρέα. Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τη Φω που την επανέφερε από την αποθήκη αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας.
Λοιπόν, σαν μικρό παιδί ήμουν μάλλον παράξενο στο φαγητό, εν ολίγοις έτρωγα λίγα φαγητά και έκανα τη ζωή της μάνας μου δύσκολη. Η τάση παραμένει αν και πρέπει να ομολογήσω ότι έχω κάνει φιλότιμες προσπάθειες να διευρύνω τους γευστικούς μου ορίζοντες. Παρ' όλα αυτά ακόμα υπάρχουν φαγητά που δεν αγγίζω και δηλώνω υπεύθυνα ότι το σουσί και το κουνουπίδι θα απαγορευθούν μόλις έρθω στην εξουσία.
Στο θέμα μας λοιπόν. Προ αμνημονέυτων χρόνων, κι ενώ ήμουν 6 ή 7 χρόνων, ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο μ'είχε κόψει η πείνα καθότι για μεσημεριανό είχαμε κάτι σε ψάρια ή χόρτα ή κάτι άλλο τελοσπάντων που δε θυμάμαι άλλα σίγουρα δε μου άρεσε. Γεγονός έιναι ότι δεν είχα χορτάσει και πεινούσα. Όπως συμβαίνει σε πολλά ελληνικά σπίτια τα μεσημέρια του καλοκαιριού, οι γονείς κοιμούνται και τα παιδιά προσπαθούν να ψυχαγωγηθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο χωρίς να ξυπνήσουν τους γονείς τους και ακούσουν χριστοπαναγίες . Οι γονείς λοιπόν αναπάυονταν, κι εγώ έπρεπε να γεμίσω το στομάχι μου. Επιλογές πολλές δεν υπήρχαν, το τοστ ήταν η καλύτερη λύση! Όμως η κουζίνα βρίσκεται βρισκόταν δίπλα στο υπνοδωμάτιό τους και ο παραμικρός ήχος καθώς επίσης και η παραμικρή μυρωδία θα τους ξύπναγε άρα θα είχαμε χριστοπαναγίες εις διπλούν.
Έτσι λοιπόν ο Γιαννάκης σκέφτηκε την ακόλουθη λύση: τοστιέρα στο μπαλκόνι, ψήσιμο και άμεση κατανάλωση χωρίς μυρωδιές και "προδοτικούς θορύβους". Το τέλειο έγκλημα; Θα ήταν αν είχα προσμετρήσει τον αστάθμητο παράγοντα: την αστείρευτη δίψα της Ελληνίδας νοικοκυράς και αγνής γειτόνισσας για κουτσομπολιό και ρουφιανιά. Το ίδιο απόγευμα μια γειτόνισσα (έχε χάρη ρουφιάνα που δεν ξέρω ποια με έδωσε στεγνά) πήρε τηλέφωνο τη μάνα και μεταξύ άλλων ρώτησε:
-"Γιωργία (η μάνα), τι κάνει ο Γιάννης στο μπαλκόνι;
-Τι κάνει;
-Ψήνει;
Έτσι άδοξα τελείωσε η καριέρα μου ως ψήστης. Δεν κατέφυγα ποτέ ξανά σ'αυτή τη λύση, μπορεί να άκουσα και καμιά παναγία ενώ δεν αποκλείω και κανά μπάτσο, έτσι για παραδειγματισμό αν και δε θυμάμαι άλλες λεπτομέρειες.
Το ηθικό δίδαγμα: Ποτέ μην υποτιμάτε την αστείρευτη δίψα του Έλληνα μικροαστού για χαφιεδισμό. Και αν θέλετε να ψήσετε, ή τελοσπάντων να κάνετε κάτι...κρυφά από τον αγαπημένο σας γείτονα στο μπαλκόνι φροντίστε να έχετε κατεβάσει τις τέντες!
Λοιπόν, σαν μικρό παιδί ήμουν μάλλον παράξενο στο φαγητό, εν ολίγοις έτρωγα λίγα φαγητά και έκανα τη ζωή της μάνας μου δύσκολη. Η τάση παραμένει αν και πρέπει να ομολογήσω ότι έχω κάνει φιλότιμες προσπάθειες να διευρύνω τους γευστικούς μου ορίζοντες. Παρ' όλα αυτά ακόμα υπάρχουν φαγητά που δεν αγγίζω και δηλώνω υπεύθυνα ότι το σουσί και το κουνουπίδι θα απαγορευθούν μόλις έρθω στην εξουσία.
Στο θέμα μας λοιπόν. Προ αμνημονέυτων χρόνων, κι ενώ ήμουν 6 ή 7 χρόνων, ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο μ'είχε κόψει η πείνα καθότι για μεσημεριανό είχαμε κάτι σε ψάρια ή χόρτα ή κάτι άλλο τελοσπάντων που δε θυμάμαι άλλα σίγουρα δε μου άρεσε. Γεγονός έιναι ότι δεν είχα χορτάσει και πεινούσα. Όπως συμβαίνει σε πολλά ελληνικά σπίτια τα μεσημέρια του καλοκαιριού, οι γονείς κοιμούνται και τα παιδιά προσπαθούν να ψυχαγωγηθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο χωρίς να ξυπνήσουν τους γονείς τους και ακούσουν χριστοπαναγίες . Οι γονείς λοιπόν αναπάυονταν, κι εγώ έπρεπε να γεμίσω το στομάχι μου. Επιλογές πολλές δεν υπήρχαν, το τοστ ήταν η καλύτερη λύση! Όμως η κουζίνα βρίσκεται βρισκόταν δίπλα στο υπνοδωμάτιό τους και ο παραμικρός ήχος καθώς επίσης και η παραμικρή μυρωδία θα τους ξύπναγε άρα θα είχαμε χριστοπαναγίες εις διπλούν.
Έτσι λοιπόν ο Γιαννάκης σκέφτηκε την ακόλουθη λύση: τοστιέρα στο μπαλκόνι, ψήσιμο και άμεση κατανάλωση χωρίς μυρωδιές και "προδοτικούς θορύβους". Το τέλειο έγκλημα; Θα ήταν αν είχα προσμετρήσει τον αστάθμητο παράγοντα: την αστείρευτη δίψα της Ελληνίδας νοικοκυράς και αγνής γειτόνισσας για κουτσομπολιό και ρουφιανιά. Το ίδιο απόγευμα μια γειτόνισσα (έχε χάρη ρουφιάνα που δεν ξέρω ποια με έδωσε στεγνά) πήρε τηλέφωνο τη μάνα και μεταξύ άλλων ρώτησε:
-"Γιωργία (η μάνα), τι κάνει ο Γιάννης στο μπαλκόνι;
-Τι κάνει;
-Ψήνει;
Έτσι άδοξα τελείωσε η καριέρα μου ως ψήστης. Δεν κατέφυγα ποτέ ξανά σ'αυτή τη λύση, μπορεί να άκουσα και καμιά παναγία ενώ δεν αποκλείω και κανά μπάτσο, έτσι για παραδειγματισμό αν και δε θυμάμαι άλλες λεπτομέρειες.
Το ηθικό δίδαγμα: Ποτέ μην υποτιμάτε την αστείρευτη δίψα του Έλληνα μικροαστού για χαφιεδισμό. Και αν θέλετε να ψήσετε, ή τελοσπάντων να κάνετε κάτι...κρυφά από τον αγαπημένο σας γείτονα στο μπαλκόνι φροντίστε να έχετε κατεβάσει τις τέντες!
Monday, 12 May 2008
Το πείραμα
Είναι ένα πείραμα, ένα πείραμα που δεν κάνω για πρώτη φορά. Το πειραματόζωο είμαι εγώ και την κατάληξη του πειράματος, όπως συνήθως γίνεται, δεν την ξέρω. Το θέλησα όμως, κι ας ήξερα το κόστος. Ξέρω γιατί, τα ωφέλη θα είναι μεγαλύτερα, το πιστέυω ακόμα, κι ας μην έχω καν μπει στην πλέον αποφασιστική φάση του πειράματος. Έτσι κι αλλιώς δεν έιχα τίποτα να χάσω, το χρόνο μου ίσως, αλλά καιρός είναι πια να το παραδεχθώ, έχω μια περίεργη σχέση με το χρόνο.
Τα μικρά γράμματα, τους όρους συμμετοχής νομίζω δεν τους διάβασα προσεκτικά... Κάτι έλεγε, θυμάμαι, ότι το πείραμα δεν έχει εξασφαλισμένη επιτυχία, πως το λένε οι διαφημίσεις των επενδυτικών πακέτων: Οι προηγούμενες αποδόσεις δεν εξασφαλίζουν τις μελλοντικές...
Εμπρός λοιπόν, στα πλαίσια του πειράματος...αγόραζε αέρα, χτίσε πάνω σε κάτι που δεν υπάρχει, με τη φαντασία σου φτιάξε ιστορίες...Αυτο θέλεις; Να παίξεις πάλι ρόλους που δεν σου αξίζουν;
Τι αισθάνεσαι; Τι μπορείς να αισθανθείς; Που να πάρει, δεν είναι αυτό που θέλεις.
Thursday, 1 May 2008
Sunday, 20 April 2008
Σκέψεις για ένα ταξίδι που δεν έγινε ποτέ
Κυριακή βράδυ και σύμφωνα με το πρόγραμμα θα αυτή τη στιγμή βρισκόμουν στην Πόλη, πρώτο σταθμό του ταξιδιού με τελικό προορισμό τη Δαμασκό. Λίγες μέρες πριν όμως ακύρωσα όλα τα εισιτήρια και μπήκα στην περίεργη διαδικασία να εξηγώ τα ανεξήγητα. Κι όμως οι ξαφνιασμένοι φίλοι και συνάδλεφοι φαίνονταν περισσότερο στεναχωρεμένοι από μένα...Εγώ πάλι έχω πολλούς λόγους να αισθάνομαι ανακουφιση για τη ματαίωση του ταξιδιού και ικανοποίηση για την απόφασή μου.
Τα ταξίδια είναι από τα λίγα πράγματα που μου δίνουν τόση χαρά...Και πολλές φορές στο παρελθόν έχω πάρει το δρόμο της φυγής για τόπους ξένους, καμιά φορά χωρίς να το πολυσκεφτώ...Η φυγή είναι λύση αλλά όχι πάντα. Όταν φεύγεις γιατί δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις κάτι, γιατί δε θέλεις να αντιμετωπίσεις μια δύσκολη κατάσταση, γιατί ίσως αισθάνεσαι ότι μακριά θα είσαι καλύτερα καμιά φορά καταληγεις να παλεύεις με τους δαίμονες τόσο κατά τη διαδρομή όσο και στον προορισμό. Και τότε ανακαλύπτεις ότι η φυγή δεν είναι η λύση.
Τα περισσότερά μου ταξίδια τα έχω κάνει μόνος. Πάντα ταξιδεύω για να συναντήσω κάποιον, φίλο ή γνωστό, δε θα μπορούσα ποτέ να πάρω ένα αεροπλάνο, ένα τρένο και να πάω σ'ενα τόπο ολομόναχος...Συχνά όμως βρίσκομαι σ'εναν ξένο τόπο μόνος μου, να περιπλανιέμαι σε δρόμους και μουσεία ολομόναχος...Στο τελευταίο μου ταξίδι έσπασα: ήταν μεγάλη η στενοχώρια να βρίσκομαι σε μια όμορφη πόλη και να μην μπορώ να το μοιραστώ με κανέναν.
Όταν έμαθα ότι ο συνταξιδιώτης μου στο δρόμο για τη Συρία σκεφτόταν να μην με συνοδέψει λόγω κάποιου προσωπικού προβλήματος που αφορούσε ένα τρίτο κοινό μας πρόσωπο που θα συναντούσαμε εκεί αποφάσισα αμέσως να ματαιώσω το ταξίδι μου. Έχω ακόμα ορισμένες απορίες αλλά δεν έχω καμία όρεξη να αναζητήσω απαντήσεις. Νομίζω έμαθα πια καλά ότι δεν πρέπει να ζητάω από τους ανθρώπους, κυρίως δε από τους δικούς μου ανθρώπους πράγματα που δεν μπορούν ή απλώς δεν είναι σε θέση να δώσουν. Μου φαίνεται ότι αν έκανα πράξη αυτά το μάθημα θα γλύτωνα από πολλές απογοητέυσεις.
Η σιωπή σου τα λέει όλα, μη με αναζητήσεις...
Τα ταξίδια είναι από τα λίγα πράγματα που μου δίνουν τόση χαρά...Και πολλές φορές στο παρελθόν έχω πάρει το δρόμο της φυγής για τόπους ξένους, καμιά φορά χωρίς να το πολυσκεφτώ...Η φυγή είναι λύση αλλά όχι πάντα. Όταν φεύγεις γιατί δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις κάτι, γιατί δε θέλεις να αντιμετωπίσεις μια δύσκολη κατάσταση, γιατί ίσως αισθάνεσαι ότι μακριά θα είσαι καλύτερα καμιά φορά καταληγεις να παλεύεις με τους δαίμονες τόσο κατά τη διαδρομή όσο και στον προορισμό. Και τότε ανακαλύπτεις ότι η φυγή δεν είναι η λύση.
Τα περισσότερά μου ταξίδια τα έχω κάνει μόνος. Πάντα ταξιδεύω για να συναντήσω κάποιον, φίλο ή γνωστό, δε θα μπορούσα ποτέ να πάρω ένα αεροπλάνο, ένα τρένο και να πάω σ'ενα τόπο ολομόναχος...Συχνά όμως βρίσκομαι σ'εναν ξένο τόπο μόνος μου, να περιπλανιέμαι σε δρόμους και μουσεία ολομόναχος...Στο τελευταίο μου ταξίδι έσπασα: ήταν μεγάλη η στενοχώρια να βρίσκομαι σε μια όμορφη πόλη και να μην μπορώ να το μοιραστώ με κανέναν.
Όταν έμαθα ότι ο συνταξιδιώτης μου στο δρόμο για τη Συρία σκεφτόταν να μην με συνοδέψει λόγω κάποιου προσωπικού προβλήματος που αφορούσε ένα τρίτο κοινό μας πρόσωπο που θα συναντούσαμε εκεί αποφάσισα αμέσως να ματαιώσω το ταξίδι μου. Έχω ακόμα ορισμένες απορίες αλλά δεν έχω καμία όρεξη να αναζητήσω απαντήσεις. Νομίζω έμαθα πια καλά ότι δεν πρέπει να ζητάω από τους ανθρώπους, κυρίως δε από τους δικούς μου ανθρώπους πράγματα που δεν μπορούν ή απλώς δεν είναι σε θέση να δώσουν. Μου φαίνεται ότι αν έκανα πράξη αυτά το μάθημα θα γλύτωνα από πολλές απογοητέυσεις.
Η σιωπή σου τα λέει όλα, μη με αναζητήσεις...
Saturday, 12 April 2008
Όποιος ψάχνει βρίσκει
- Όποιος ψάχνει βρίσκει αυτό που θέλει.
- Ναι, βέβαια, αρκεί να θέλει να ψάξει.
- Ναι, βέβαια, αρκεί να θέλει να ψάξει.
Wednesday, 5 March 2008
Άνθρωποι
Σκηνή πρώτη:
Κυριακή βράδυ, επιστρέφοντας στο Λονδίνο, μπροστά μας 400 μίλια, το ντεπόζιτο άδειο. Βενζινάδικο πουθενά. Αφήνουμε τον αυτοκινητόδρομο, στο κέντρο της Γλασκώβης, η πόλη ετοιμάζεται για ύπνο, η λυχνία αναβοσβήνει.
Δύσκολο να βρεις βενζινάδικο στο κέντρο της πόλης, κάθε πόλης. Σταματάμε σε φανάρι, ρωτάμε τον ταξιτζή. Αυτός θα ξέρει. Χωρίς πολλά λόγια μας κάνει νεύμα να τον ακολουθήσουμε. Δύο - τρία χιλιόμετρα μέσα στη Γλασκώβη, ο Ζ. από τη θέση του συνοδηγού πλάθει διάφορα με το νου του, μάλλον θα φταίει το παρελθόν του ως μπάτσος.
Ξαφνικά φαίνεται το βενζινάδικο. Ανακούφιση, χαρά. Σκεφτόμαστε ότι ο ταξιτζής θα θέλει να γεμίσει κι αυτός...Φτάνουμε, μπαίνει μέσα με το ταξί του, σα να μας υποδεικνύει το σημείο που θα βάλουμε βενζίνη κάνει έναν ελιγμό και χάνεται μες τη νύχτα...Δεν προλάβαμε να τον ευχαριστήσουμε, μέχρι και ένα συμβολικό ποσό θέλαμε να του δώσουμε. Δε συναντάς τέτοιους ανθρώπους κάθε μέρα. Κάθε νύχτα...
Σκηνη δεύτερη:
Σ' ένα αυτοκίνητο με τρύπιο ψυγείο, ένα πρωί του Ιουλίου, στην Κύπρο, με 40 βαθμούς, ένας Άγγλος, μια Καναδέζα κι εγώ. Προορισμός η Αμμόχωστος και το κάστρο της Καντάρας. Περνάμε στα κατεχόμενα/στη Βόρεια Κύπρο/διαλέγετε εσείς το όνομα, το αμάξι δεν αντέχει, ο κάμπος της Μεσαορίας ξερός κι αφιλόξενος, θα ήταν πολύ δύσκολο να πολεμούν εκείνο το καλοκαίρι του 74 σ'αυτά τα χώματα, σκέφτομαι. Λίγο πριν την Αμμόχωστο το ψυγείο παραδίδει το πνεύμα. Εργοστάσιο γεωργικών προϊόντων στα 5 μέτρα. Τυχεροί μες την ατυχία μας. Άνθρωποι ταλαιπωρημένοι με τα πρόσωπα σκαμμένα από τη ζωή, τη δουλειά όμως χαμογελαστοί, φιλόξενοι. Βλέπουν τις πινακίδες από το νότο, συνεννούμαστε στα Τουρκικά, φέρνουν νερό για το αυτοκίνητο, προσπαθούν να βοηθήσουν. 'Αδικος κόπος. Μέχρι να έρθει μηχανικός, στο κουζινάκι του εργοστασίου, καφές κυπριακός - έτσι τον λένε σ'αυτά τα μέρη - και νερό δροσερό, και αναψυκτικά. Και κουβέντες, "από που είστε", "που πάτε". Η ώρα περνάει, μεσημέριασε. Πιλάφι και γιαούρτι και κρύο καρπούζι, δε γίνεται να φάνε και να μη κοπιάσουμε στο τραπέζι τους. Κι άλλος καφές. Και τα μάτια, διστακικά στην αρχή, θέλουν να δουν και ν'ακούσουν. Και οι γλώσσες λύνονται. "Εχασα το 74 τ'αδέρφια μου". "Ο Μεχμέτ από δω, είναι 25 χρόνια σ'αυτό τον τόπο, γιατί να φύγει". Δεν ξέρω. Πάντα στην Κύπρο, αργά ή γρήγορα θα μιλήσεις για τα παλιά. Εκεί στο βορρά δεν ζουν τέρατα με ουρές και σουβλερά δόντια. Η "δήθεν απομόνωση των Τουρκοκυπρίων" (έτσι λένε τα δελτιά ειδήσεων στη Νότια Κύπρο) κράτησε καθαρό και αναλλοίωτο το χαρακτήρα των ανθρώπων. Έτσι ήταν κι ο λαός μας πριν 20 χρόνια;
Ο μηχανικός δε βλέπει μέλλον για το αυτοκίνητο. Είναι 3 το μεσημέρι, οι φίλοι από τη Λευκωσία έρχονται να μας παραλάβουν, ευτυχώς γιατί οι "οικοδεσπότες" μας πρέπει να κλείσουν και να πάνε σπίτια τους, σχεδόν ντρέπονται που μας λένε ότι πρέπει να φύγουμε. Χειραψίες, και καλοσυνάτες κουβέντες. Το αυτοκίνητο είναι εκεί, παρατημένο μες τα χόρτα, μια βδομάδα μετά. Ο Σαμ έκανε βδομάδες πολλές να το σηκώσει.
Δε συναντάς τέτοιους ανθρώπους κάθε μέρα
Κυριακή βράδυ, επιστρέφοντας στο Λονδίνο, μπροστά μας 400 μίλια, το ντεπόζιτο άδειο. Βενζινάδικο πουθενά. Αφήνουμε τον αυτοκινητόδρομο, στο κέντρο της Γλασκώβης, η πόλη ετοιμάζεται για ύπνο, η λυχνία αναβοσβήνει.
Δύσκολο να βρεις βενζινάδικο στο κέντρο της πόλης, κάθε πόλης. Σταματάμε σε φανάρι, ρωτάμε τον ταξιτζή. Αυτός θα ξέρει. Χωρίς πολλά λόγια μας κάνει νεύμα να τον ακολουθήσουμε. Δύο - τρία χιλιόμετρα μέσα στη Γλασκώβη, ο Ζ. από τη θέση του συνοδηγού πλάθει διάφορα με το νου του, μάλλον θα φταίει το παρελθόν του ως μπάτσος.
Ξαφνικά φαίνεται το βενζινάδικο. Ανακούφιση, χαρά. Σκεφτόμαστε ότι ο ταξιτζής θα θέλει να γεμίσει κι αυτός...Φτάνουμε, μπαίνει μέσα με το ταξί του, σα να μας υποδεικνύει το σημείο που θα βάλουμε βενζίνη κάνει έναν ελιγμό και χάνεται μες τη νύχτα...Δεν προλάβαμε να τον ευχαριστήσουμε, μέχρι και ένα συμβολικό ποσό θέλαμε να του δώσουμε. Δε συναντάς τέτοιους ανθρώπους κάθε μέρα. Κάθε νύχτα...
Σκηνη δεύτερη:
Σ' ένα αυτοκίνητο με τρύπιο ψυγείο, ένα πρωί του Ιουλίου, στην Κύπρο, με 40 βαθμούς, ένας Άγγλος, μια Καναδέζα κι εγώ. Προορισμός η Αμμόχωστος και το κάστρο της Καντάρας. Περνάμε στα κατεχόμενα/στη Βόρεια Κύπρο/διαλέγετε εσείς το όνομα, το αμάξι δεν αντέχει, ο κάμπος της Μεσαορίας ξερός κι αφιλόξενος, θα ήταν πολύ δύσκολο να πολεμούν εκείνο το καλοκαίρι του 74 σ'αυτά τα χώματα, σκέφτομαι. Λίγο πριν την Αμμόχωστο το ψυγείο παραδίδει το πνεύμα. Εργοστάσιο γεωργικών προϊόντων στα 5 μέτρα. Τυχεροί μες την ατυχία μας. Άνθρωποι ταλαιπωρημένοι με τα πρόσωπα σκαμμένα από τη ζωή, τη δουλειά όμως χαμογελαστοί, φιλόξενοι. Βλέπουν τις πινακίδες από το νότο, συνεννούμαστε στα Τουρκικά, φέρνουν νερό για το αυτοκίνητο, προσπαθούν να βοηθήσουν. 'Αδικος κόπος. Μέχρι να έρθει μηχανικός, στο κουζινάκι του εργοστασίου, καφές κυπριακός - έτσι τον λένε σ'αυτά τα μέρη - και νερό δροσερό, και αναψυκτικά. Και κουβέντες, "από που είστε", "που πάτε". Η ώρα περνάει, μεσημέριασε. Πιλάφι και γιαούρτι και κρύο καρπούζι, δε γίνεται να φάνε και να μη κοπιάσουμε στο τραπέζι τους. Κι άλλος καφές. Και τα μάτια, διστακικά στην αρχή, θέλουν να δουν και ν'ακούσουν. Και οι γλώσσες λύνονται. "Εχασα το 74 τ'αδέρφια μου". "Ο Μεχμέτ από δω, είναι 25 χρόνια σ'αυτό τον τόπο, γιατί να φύγει". Δεν ξέρω. Πάντα στην Κύπρο, αργά ή γρήγορα θα μιλήσεις για τα παλιά. Εκεί στο βορρά δεν ζουν τέρατα με ουρές και σουβλερά δόντια. Η "δήθεν απομόνωση των Τουρκοκυπρίων" (έτσι λένε τα δελτιά ειδήσεων στη Νότια Κύπρο) κράτησε καθαρό και αναλλοίωτο το χαρακτήρα των ανθρώπων. Έτσι ήταν κι ο λαός μας πριν 20 χρόνια;
Ο μηχανικός δε βλέπει μέλλον για το αυτοκίνητο. Είναι 3 το μεσημέρι, οι φίλοι από τη Λευκωσία έρχονται να μας παραλάβουν, ευτυχώς γιατί οι "οικοδεσπότες" μας πρέπει να κλείσουν και να πάνε σπίτια τους, σχεδόν ντρέπονται που μας λένε ότι πρέπει να φύγουμε. Χειραψίες, και καλοσυνάτες κουβέντες. Το αυτοκίνητο είναι εκεί, παρατημένο μες τα χόρτα, μια βδομάδα μετά. Ο Σαμ έκανε βδομάδες πολλές να το σηκώσει.
Δε συναντάς τέτοιους ανθρώπους κάθε μέρα
Subscribe to:
Posts (Atom)